G5275
ὑπολείπω • остался
Определение:
[Оставлять; страд. оставаться.]
|
Часть речи:
Глагол
From G5295 (hupotrecho) and G3007 (leipo); to leave under (behind), i.e. (passively) to remain (survive) — be left.
Синодальный:
остался
King James Bible:
left
English Standard:
left, remnant
New American:
ὑπελείφθη, ὑπελείφθην, ὑπελίποντο, ὑπελίπω, ὑπολείπεσθαι, ὑπολείπεται, ὑπολειφθέντα, ὑπολειφθῇ, ὑπολειφθήσεται, ὑπολειφθήσονται, ὑπολειφθῶσιν, ὑπολείψεται, ὑπολείψομαι, ὑπολελειμμέναι, ὑπολελειμμένοι


