G2614
καταδιώκω • пошли
Определение:
[Преследовать, следовать за.]
|
Часть речи:
Глагол
From G2596 (kata) and G1377 (dioko); to hunt down, i.e. Search for — follow after.
Синодальный:
пошли
King James Bible:
after
English Standard:
went to look for
New American:
searched
Греческий текст:
καταδιώκοντες, καταδιωκόντων, καταδιώξεις, καταδιώξεται, καταδιώξονται, καταδιώξονταί, καταδιώξω, κατεδίωξαν, κατεδίωξας, κατεδίωξεν, κατεδιώχθητε


